καθοριστικῶς

καθοριστικῶς
καθοριστικῶς
definitely
indeclform (adverb)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • καθοριστικός — ή, ὁ (Α καθοριστικός, ή, όν) [καθορίζω] 1. αυτός που καθορίζει κάτι, προσδιοριστικός (α. «ο νόμος αυτός ήταν καθοριστικός για το μέλλον τής χώρας» β. «ὁμολογία καθοριστική», Κλήμ.) 2. μτφ. αποφασιστικός. επίρρ... καθοριστικώς και ά (Α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”